Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Χθόνια Θρησκεία

"Μυστική ένωση και ιερά φύση"

Απόσπασμα από το "Περιβάλλον και Συνείδηση στην Αρχαία Ελλάδα",
του Αιμ. Μπουρατίνου, Εκδ. Αρσενίδη



Arnold Böcklin - The Sacred Wood


(Η κάθοδος των Δωριέων το 1100 π.Χ., εκτός των άλλων, έφερε στον ελλαδικό χώρο και την ουράνια θρησκεία · η προσήλωση στις ουράνιες θεότητες μπορεί να διαπιστωθεί πολύ εύκολα από τον τόπο κατοικίας των θεών, τον Όλυμπο, ένα ψηλό βουνό που τους απομακρύνει από τη γη και γι΄ αυτό το λόγο τους καθιστά ανεπαρκείς για την προστασία της φύσης. Υπήρχε, όμως, και μια αρχαιότερη θρησκεία, αυτή της χθόνιας λατρείας και της Μεγάλης Μητέρας.)

Οι παλαιότερες δοξασίες και πρακτικές στον ελλαδικό χώρο έχουν ηλικία πολλών χιλιάδων ετών. Ριζώνουν στις πανάρχαιες σαμανικές παραδόσεις, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η πληρέστερη γνώση των βαθύτερων δυνάμεων, ισορροπιών και επιταγών της φύσης. Έτσι αυτές οι δοξασίες και πρακτικές (δεν υπήρχαν δε ποτέ δοξασίες χωρίς πρακτικές ή πρακτικές χωρίς δοξασίες, όπως συνέβη αργότερα) αποδείχθηκαν ικανότατες στο να προστατεύσουν το περιβάλλον. Μυούσαν τους λάτρεις (και όλοι οι άνθρωποι ήσαν λάτρεις την εποχή εκείνη) στην ιερότητα του περιβάλλοντος, στην αλληλοπεριχώρηση των στοιχείων του και στην ιεράρχηση των επιπέδων του. Μ' αυτόν τον τρόπο διήγειραν στο κάθε άτομο χωριστά την αίσθηση της προσωπικής ευθύνης για (και μετοχής τους εις) τα δρώμενα της φύσης.
Η συγκεκριμένη αυτή χθόνια θρησκευτική παράδοση κυριαρχούσε σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο μέχρι την κατάρρευση του Μυκηναϊκού Πολιτισμού γύρω στο 1200 π.Χ. Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη μονοθεϊστική θρησκεία στην ιστορία του κόσμου. Κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η πλήρης μυστική ταύτιση της φύσης με την Μεγάλη Μητέρα - αν και η τελευταία προσλαμβανόταν με τρόπο τελείως διαφορετικό από εκείνο με τον οποίο προσέλαβαν αργότερα τον δικό τους ένα Θεό οι τρεις μεγάλες ιουδαιογενείς θρησκείες της Μέσης Ανατολής (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ).
Ειδικότερα, οι λάτρεις της Μεγάλης Μητέρας δεν την αντιλαμβάνονταν ως μιαν ύψιστη αντικειμενική θεότητα - δημιουργό του κόσμου, αλλά ταυτόχρονα αποστασιοποιημένη απ' αυτόν. Την αντιλαμβάνονταν περισσότερο ως μια (ποιοτικώς) ενδιάθετη ενότητα με τα πάντα - εξακολουθητική δημιουργική παρουσία στα πράγματα και ενεργειακώς συνδεδεμένη μαζί τους.
Το γεγονός ότι η θεά ήταν μία απηχούσε την αλήθεια αυτής της ενεργειακής ενότητας. Δεν απηχούσε κάποια εξιδανίκευσή της. Έτσι η Μεγάλη Θεά δεν εξουσίαζε άνθρωπο και φύση εκ των άνω, όπως ο Παντοδύναμος Θεός στις ιουδαιογενείς θρησκείες. Αλληλοπεριχωρείτο μαζί του καταλυτικά εκ των έσω. Η μοναδικότητά της ήταν θέμα εγκαταβύθισης στην μοναδικότητα του παρόντος. Σήμαινε ένταξη στην ποιότητα του όντος και στην εσωτερικότητα του όλου, μακριά από κάθε εξαντικειμενίκευση.
Η ανωνυμία της Μεγάλης Θεάς στήριζε αυτήν την μυστική λειτουργία. Και η απαγόρευση της κατάργησης αυτής της ανωνυμίας, που μνημονεύει Ηρόδοτος όταν αναφέρει πως οι Πελασγοί κρατούσαν μυστικά τα ονόματα των θεών τους, την προστάτευε από κάθε διολίσθηση προς την θεωρητική σύλληψη. Όλα αυτά δείχνουν πόση επίγνωση υπήρχε στην εποχή εκίνη των κινδύνων που συνυφαίνοναι με τον χωρισμό υποκειμένου-αντικειμένου και τον συνακόλουθο βιασμό του κόσμου.
Τι ήταν λοιπόν το εξωτερικό αποτέλεσμα αυτής της αλληλοπεριχώρησης της θεάς με την φύση εκ των έσω - αυτής της καταλυτικής οντολογικής διακοινωνίας.
Ήταν η θεώρηση όλων των στοιχείων της φύσης ως ιερών. Τα ζώα, οι βουνοκορφές, τα νερά των πηγών και των ποταμών, ο άνεμος, η φωτιά και γενικότερα όλες οι επί μέρους πτυχές του οικοσυστήματος προσλαμβάνονταν ως ένθεα. Η ιερότητα των δασών ήταν τέτοια, ώστε τα τελευταία έγιναν τόποι όπου πραγματοποιούνταν διάφορες τελετές και ιεροπραξίες. Οι μετέπειτα ναοί με τις κιονοστοιχίες, που συμβόλιζαν τους κορμούς δένδρων, αυτά τα ιερά δάση επιχειρούσαν να αναπαραστήσουν.
Τόσο βαθιά αποδείχθηκε η πεποίθηση στην ιερότητα των ποικίλων δυνάμεων και παραμέτρων της φύσης, ώτσε ακόμα και κατά τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους ίσχυε θρησκευτική επιταγή που απαγόρευε την άμεση αναφορά στα στοιχεία και τις δυνάμεις αυτές ως ένθεων. Αν ήθελε να αναφερθεί κανείς στα στοιχεία της φύσης έπρεπε να χρησιμοποιήσει λόγο συμβολικό, ώστε η όποια αναφορά να έχει έμμεσο μόνο χαρακτήρα.
Η έμμεση χρήση του λόγου είχε στενή σχέση και με την ανάγκη να διατηρείται η συνείδηση σε πλήρη και συνεχή εγρήγορση απέναντι στην ιερά φύση. Εφ' όσον η γνώση και η εμπειρία του κόσμου δεν προσφερόταν στο άτομο έτοιμες και εξαντικειμενικευμένες από κάποια ανώτερη αρχή, στην οποία μπορούσε να δώσει πίστη, το άτομο ήταν υποχρεωμένο να αποκτήσει (και να επαναποκτήσει) τις γνώσεις και τις εμπειρίες αυτές το ίδιο μέσα από την συμμετοχή του στα μυστήρια και τις πρακτικές που αυτά επέβαλλαν,
Υπήρχε έτσι σεβασμός για την εσωτερική υφή των ίδιων των γνώσεων και εμπειριών γύρω από την φύση. Υπήρχε ακόμα σεβασμός για την σημασία της διαισθητικής πρόσβασης σ' αυτήν την εσωτερική υφή και των διαφορετικών ικανοτήτων και ποιοτήτων, που χαρακτήριζαν το κάθε άτομο χωριστά. Αποφεύγετο κάθε διανοητικοποίηση των γνώσεων και των εμπειριών, κάθε αποκρυστάλλωσή τους, αλλά και κάθε ισοπέδωσή τους. Η συμβολική γλώσσα, όπως λέγει η Πυθία μέσα από έναν χρησμό της, επιτρέπει στο άτομο να διαλογίζεται καλύτερα πάνω στα πράγματα - και κατ' επέκταση να πλησιάζει την αλήθεια, που ήταν κάποτε το ζητούμενο της γνώσης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου